γυναικομανία

γῠναικο-μᾰνία, ,
A madness for women, Chrysipp.Stoic.3.167.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυναικομανία — γυναικομανίᾱ , γυναικομανία madness for women fem nom/voc/acc dual γυναικομανίᾱ , γυναικομανία madness for women fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικομανίᾳ — γυναικομανίᾱͅ , γυναικομανία madness for women fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικομανία — η (AM γυναικομανία) ασυγκράτητη επιθυμία για ερωτικές σχέσεις …   Dictionary of Greek

  • γυναικομανία — η ο υπερβολικός έρωτας για τις γυναίκες: Με τη γυναικομανία του δεν κατάφερε να στεριώσει το γάμο του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυναικομανίας — γυναικομανίᾱς , γυναικομανία madness for women fem acc pl γυναικομανίᾱς , γυναικομανία madness for women fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναικομανίαν — γυναικομανίᾱν , γυναικομανία madness for women fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • γυναικοφιλία — η 1. η γυναικομανία 2. φιλία μεταξύ γυναικών 3. φιλία που ταιριάζει σε γυναίκες …   Dictionary of Greek

  • φιλογυνία — η, ΝΑ, και δ.τ. φιλογύνεια και φιλογυναία Α [φιλογύνης] η υπερβολική αγάπη για τις γυναίκες, η πολύ έντονη επιθυμία για ερωτικές σχέσεις με γυναίκες, θηλυμανία, γυναικομανία …   Dictionary of Greek

  • ԿՆԱՄՈԼՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 1 1104 Chronological Sequence: 6c գ. γυναικομανία insanus mulierum amor. Կնամոլին գոլ. տռփանք առ կանայս. Բազում անիրաւութեամբք լցեալ, որ յոլովայնամոլութենէն եւ ʼի կնամոլութենէն. Փիլ. իմաստն …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • σατυρίαση — η 1. παθολογική σεξουαλική ορμή. 2. γυναικομανία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.